Η παραδοσιακή ξυλοναυπηγική στην Κύπρο

Ιστορική αναδρομή

Η Ενάλια Πολιτισμική Κληρονομιά της Κύπρου τεκμηριώνεται μέσα από τις γραπτές πηγές και τα αρχαιολογικά ευρήματα, από την αρχαιότητα ως σήμερα. Η γεωγραφική σημασία του νησιού ενισχύεται ιδιαίτερα κατά το Μεσαίωνα, όταν η Κύπρος γίνεται διπλωματική και στρατιωτική βάση το 12ο αιώνα, ενώ ταξιδιώτες και προσκυνητές σταματούν εδώ καθοδόν για τους Αγίους Τόπους. Οι πορτολάνοι κι οι ναυτικοί οδηγοί του 13ου και 14ου αιώνα μας πληροφορούν για την εμπορική κινητικότητα των κυπριακών λιμανιών, ενώ τα νοταριακά έγγραφα μας αποκαλύπτουν τις σχέσεις μεταξύ των εμπόρων και της κοινότητας των ναυτικών. Η ενσωμάτωση του νησιού στο ενετικό κράτος το 1489 ενίσχυσε το ρόλο του τόσο ως ναυτική βάση κι εμπορικό κέντρο των Ενετών στην ανατολική Μεσόγειο. Εντούτοις, οι πληροφορίες που έχουμε για την κοινότητα των ναυτικών στην Κύπρο παραμένουν λιγοστές.

Η ξυλοναυπηγική παράδοση του νησιού φαίνεται να αποκτά πιο ξεκάθαρη μορφή κατά την Οθωμανική περίοδο. Η Κύπρος ήταν μια από τις περιοχές όπου οι Οθωμανοί διατήρησαν τα βυζαντινά ναυπηγεία που προϋπήρχαν, αν και αυτά λειτούργησαν στο νησί μόνο μετά τη Συνθήκη του Πασάροβιτς το 1718. Οι ευνοϊκές συνθήκες που δημιουργήθηκαν λόγω της συνθήκης επέτρεψαν την ανάπτυξη της ξυλοναυπηγικής στο Αιγαίο: δημιουργήθηκαν περισσότεροι τύποι σκαφών (π.χ. το τρεχαντήρι στην Ύδρα το 1657), και οι τεχνικές σχεδιασμού σκαφών εξελίχθηκαν μαζί με την αυξημένη παραγωγή τους. Η συνεχής ροή γνώσης, ικανοτήτων κι εξειδίκευσης παρατηρείται σε όλο το Αιγαίο από τον 16ο αιώνα και εξής.

Παρόλο που οι λεπτομερείς πληροφορίες απουσιάζουν, μπορούμε να εντοπίσουμε την παραδοσιακή ξυλοναυπηγική στη Λεμεσό ήδη από το 17ο αιώνα. Τότε, οι Οθωμανοί διέθεταν ένα οχυρωμένο ναυπηγείο κατά τα πρότυπα αυτού της Κωνσταντινούπολης. Η ξυλοναυπηγική συνέχισε να αναπτύσσεται κατά την Αποικιοκρατία (1878-1959), παρόλο που υπήρχε τρομερή έλλειψη λιμανιών κατά τα μεταβατικά χρόνια από την Οθωμανική περίοδο. Υπήρχαν μόνο τρία ασφαλή αγκυροβόλια στη Λεμεσό, Λάρνακα και στην Αμμόχωστο  η Λεμεσός ειδικά, διέθετε ξύλινες αποβάθρες κατά μήκος της ακτογραμμής και τα πλοία έπρεπε να ξεφορτώνουν το φορτίο τους με τη χρήση μαούνων. Αυτή η κατάσταση παρεμπόδιζε το θαλάσσιο εμπόριο, κι έτσι οι Βρετανοί πραγματοποίησαν μια σειρά λιμενικών έργων που ήταν αυτοχρηματοδοτούμενα από την ίδια την αποικία.

Τα κυπριακά αγκυροβόλια ήταν μόνο εξοπλισμένα με ξύλινες αποβάθρες μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, και η πλειοψηφία των σκαφών που ελλιμενίζονταν εκεί ήταν ψαρόβαρκες. Ο Βρετανός προξενικός πράκτορας Brunoni έγραψε στην αναφορά του προς το νέο Ύπατο στη Λάρνακα το 1843, ότι το μόνο και κάπως λειτουργικό λιμάνι βρισκόταν στην Αμμόχωστο, επισημαίνοντας παράλληλα και την ύπαρξη 36 μολωμένων αγκυροβολιών στο νησί. Αυτές οι συνθήκες επέτρεπαν μόνο τη χρήση ξύλινων σκαφών, κάτι που επιβεβαιώνεται μέσα από τα στοιχεία των Κυανών Βίβλων. Το 1887-88, μόλις δέκα χρόνια μετά την κάθοδο των Βρετανών στο νησί, η Κυανή Βίβλος καταγράφει 327 κυπριακά ιστιοφόρα να έχουν ελλιμενιστεί σε διάφορα αγκυροβόλια και λιμάνια, συνολικής χωρητικότητας 9027 τόνων και μέσο όρο για πλήρωμα ανά σκάφος τα τέσσερα άτομα. Τη χρονιά αυτή καταγράφηκαν δεκαπέντε βάρκες στη Λεμεσό που ενοικιάστηκαν για αλιευτικούς σκοπούς, και πιθανότατα ναυπηγήθηκαν εκεί. Τα διαθέσιμα δεδομένα από τις Κυανές Βίβλους (1887-1938) δείχνουν ότι οι Κύπριοι είχαν μόνο ξύλινα σκάφη που ενοικίαζαν συχνά στους Βρετανούς. Παρατηρείται ένα μικρό κενό στα δεδομένα κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (1939-1945), και η Κυανή Βίβλος του 1946 καταγράφει για πρώτη φορά τέσσερα κυπριακά ατμόπλοια να χρησιμοποιούνται παράλληλα με τα ιστιοφόρα σκάφη. Τα ιστορικά δεδομένα δείχνουν ότι οι Κύπριοι έπρεπε να διεκπεραιώσουν όλες τους τις θαλάσσιες μεταφορές, εμπόριο και αλιεία χρησιμοποιώντας ξύλινα σκάφη. Επομένως, είναι λογικό να υποθέσει κάποιος ότι οι ξυλοναυπηγοί δραστηριοποιούνταν τουλάχιστο από τον πρώιμο 19ο αιώνα.

Ενδεικτική βιβλιογραφία

  1. Arbel, B. 1995. Η Κύπρος υπό ενετική κυριαρχία, στο Θ. Παπαδόπουλλος (επιμ.), Ιστορία της Κύπρου. Μεσαιωνικόν Βασίλειον – Ενετοκρατία Ι: 445-536. Λευκωσία: Ίδρυμα Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄- Γραφείον Κυπριακής Ιστορίας.
  2. Baker, S. 1879. Cyprus as I saw it in 1879. London: Macmillan.
  3. Μπεκιάρογλου, Αικ. 1994. Οθωμανικά Ναυπηγεία στον Παραδοσιακό Ελληνικό Χώρο. Αθήνα: Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ.
  4. Colonial Office. 1888. Cyprus Blue Book for the Year 1887-1888. Nicosia: Government Printing Office.
  5. Colonial Office. 1948. The Cyprus Blue Book 1946. Nicosia: Government Printing Office.
  6. de Lusignan, E. [1580] 2004. Description de toute l’isle de Cypre (Paris, 1580; επανεκτ. Λευκωσία: Πολιτιστικό Ίδρυμα Τραπέζης Κύπρου, 2004).
  7. Jacoby, D. 1995. Το εμπόριο κι η οικονομία της Κύπρου (1191-1489), στο Θ. Παπαδόπουλλος (επιμ.), Ιστορία της Κύπρου. Μεσαιωνικόν Βασίλειον – Ενετοκρατία Ι: 387-454. Λευκωσία: Ίδρυμα Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄- Γραφείον Κυπριακής Ιστορίας.
  8. Luke, H. C. 1921. Cyprus Under the Turks, 1571-1878: A Record Based onthe Archives of the English Consulate in Cyprus under the Levant Company and after. London: Oxford University Press.
  9. Maier, F. G. and V. Karageorghis (eds). 1984. Paphos History and Archaeology. Nicosia: A. G. Leventis Foundation.
  10. Panayiotou, M., 2013. Harbours, harbour works and commerce in Cyprus, 1878-1910, in M. Tsianikas, N. Maadad, G. Couvalis and M. Palaktsoglou (eds.), Greek Research in Australia: Proceedings of the Biennial International Conference of Greek Studies, Flinders University June 2011: 94–106. Adelaide: Flinders University.
  11. Παναγιώτου, M., 2016. Λιμάνια, Λιμενικά Έργα και Εξωτερικό Εμπόριο στην Κύπρο,1878-1927. Unpublished PhD dissertation, University of Cyprus.
  12. Παναγιώτου, M., 2017. «Πορτ ιν Λίμασσολ άι χαβ νοτ. Γιού μαστ γκο ττου Πισκοπή»: Οι λιμενικές υπηρεσίες της Λεμεσού το 1908 και το αντίστοιχο ποίημα του Βασίλη Μιχαηλίδη, Η Δέλτος 1: 33-38. Σάθας, Κ. 1962. Τουρκοκρατούμενη Ελλάς (1453-1821). Αθήνα: Κ. Καμαρινόπουλος – Θ. Γυφτάκης.

Συγγραφέας: Μαρία Κτωρή

Εικόνα: Παττίχειο Ιστορικό Αρχείο και Δημοτικό Μουσείο Λεμεσού