Αρχείο κατηγορίας Έρευνα πεδίου

Παρουσίαση της κοινότητας ξυλοναυπηγών Λεμεσού: τα πρακτικά του συνεδρίου IKUWA6

Εκδόθηκαν τα πρακτικά του διεθνούς συνεδρίου Ενάλιας Αρχαιολογίας, IKUWA 6, που πραγματοποιήθηκε το 2016 στην Αυστραλία. Διαβάστε στον πιο κάτω σύνδεσμο, το άρθρο της συντονίστριας Μαρίας Κτωρή για την καταγραφή της κοινότητας ξυλοναυπηγών Λεμεσού, με την οποία ξεκίνησε το πρόγραμμά μας.

https://www.academia.edu/36699261/The_Limassol_carnayo_where_maritime_and_intangible_cultural_heritage_converge

Δημοσίευση των πρώτων ερευνητικών αποτελεσμάτων (Δεκέμβριος 2019)

Μετά από μια τετραετή περίοδο εντατικής έρευνας, τα πρώτα αποτελέσματα του προγράμματος δημοσιεύτηκαν στο Athens Review for Archaeology (AURA). Το άρθρο είναι στα ελληνικά και μπορείτε να το διαβάσετε εδώ:

http://academia.edu/38132203/Στα_μονοπάτια_της_παράδοσης_καταγραφή_και_προστασία_της_ξυλοναυπηγικής_στην_Κύπρο

Δύο ακόμη άρθρα είναι υπό δημοσίευση. Το πρώτο, αφορά τους ξυλοναυπηγούς της Λεμεσού, και θα εκδοθεί στα πρακτικά του διεθνούς συνεδρίου Ενάλιας Αρχαιολογίας IKUWA 6 . Το δεύτερο, παρουσιάζει τα τέσσερα πρώτα χρόνια ζωής του προγράμματος και τη σχέση ξυλοναυπηγικής και σπογγαλιείας στην Κύπρο. Θα δημοσιευθεί στο έγκριτο περιοδικό αρχαιολογίας Skyllis. Μείνετε συντονισμένοι για περισσότερες λεπτομέρειες!

Η Λεμεσός και η ξυλοναυπηγική

Η Λεμεσός φαίνεται ότι είχε στενότερη σχέση με τη θάλασσα συγκριτικά με τις υπόλοιπες πόλεις: οι Λεμεσιανοί είχαν εμπορικά πλοία που εκτελούσαν τις διαδρομές προς Αίγυπτο και Συρία, ιδρύθηκαν τοπικές ατμοπλοϊκές εταιρείες το 1899 και το 1905, και λειτουργούσαν παράλληλα στη Λεμεσό και ξένες ατμοπλοϊκές. Γνωρίζουμε ότι τουλάχιστο μία οικογένεια καραβομαραγκών έλκει τις ρίζες της από τη Λεμεσό ήδη από τη δεκαετία του 1870, οι Παρπούρ, που μετοίκησαν πρώτα στο Λίβανο και από το 1958 ασκούν την τέχνη στην Πάφο. Οι ιστορικές πηγές, η ιστορία της κάθε οικογένειας και οι εν ζωή καραβομαραγκοί δείχνουν ότι η ξυλοναυπηγική έχει ήδη πάνω από 200 χρόνια ζωής σε αυτή την παράκτια πόλη της νότιας Κύπρου.

Το παράκτιο τοπίο της Λεμεσού άλλαξε προοδευτικά κατά την περίοδο της Αποικιοκρατίας. Η κατασκευή σιδερένιας αποβάθρας και τελωνείου μέχρι τα τέλη του 1881, ήταν η αρχή μιας σειράς βελτιωτικών έργων μέχρι το 1910. Οι Βρετανοί προχώρησαν στην επέκταση της αποβάθρας τη δεκαετία του 1920 ενώ το πρώτο ναυπηγείο λειτούργησε το 1922 στην περιοχή του παλιού λιμανιού. Τα λιμενικά έργα οδήγησαν και στην πρώτη μετατόπιση του καρνάγιου, από το παλιό λιμάνι στην παραλία απέναντι από το δημοτικό κήπο, περί το 1950, κάτι που αναφέρεται και στον Τύπο της εποχής. Η αστική ανάπτυξη της δεκαετίας του 1960 οδήγησε σε μια δεύτερη και τελική μετατόπιση του καρνάγιου, μεταξύ του παλιού και του νέου λιμανιού.

Μετά τον πόλεμο του 1974, η Λεμεσός αναπτύχθηκε περαιτέρω: το νέο λιμάνι και η γειτνιάζουσα βιομηχανική ζώνη έδωσαν στην ακτογραμμή τα σημερινά της χαρακτηριστικά. Το δε καρνάγιο επηρέασε το παράκτιο τοπίο μεταξύ του παλιού και του νέου λιμανιού: οι ναυπηγικές εγκαταστάσεις επηρεάζονται από την τοπική τοπογραφία, και εντοπίζονται σε επικλινείς και προστατευμένες περιοχές ώστε να διευκολύνονται οι καθημερινές εργασίες, η ανέλκυση και καθέλκυση πλοίων. Οι καραβομαραγκοί μόλωσαν κάποια τμήματα της ακτής του καρνάγιου ώστε να ανταποκρίνεται στις πιο πάνω ανάγκες, επιδρώντας έτσι στο τοπίο του δυτικού άκρου της Λεμεσού.  Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, η κοινότητα των καραβομαραγκών κατείχε κεντρικό ρόλο σε συγκεκριμένες πτυχές της ανάπτυξης της πόλης: το θαλάσσιο εμπόριο του πρώιμου 20ου αιώνα θα αντιμετώπιζε δυσκολίες χωρίς το τοπικό ναυπηγείο, και συνεπώς θα επηρέαζε αρνητικά την οικονομική ανάπτυξη των τοπικών εμπόρων που βασίζονταν σ’ αυτό. Επιπλέον, η ξυλοναυπηγική επηρέασε το ίδιο το παράκτιο τοπίο, ιδιαίτερα μετά τη δεκαετία του 1960 και την τελική μετατόπιση του καρνάγιου.

Συγγραφέας: Μαρία Κτωρή

Εικόνα: Παττίχειο Ιστορικό Αρχείο και Δημοτικό Μουσείο Λεμεσού

Η παραδοσιακή ξυλοναυπηγική στην Κύπρο

Ιστορική αναδρομή

Η Ενάλια Πολιτισμική Κληρονομιά της Κύπρου τεκμηριώνεται μέσα από τις γραπτές πηγές και τα αρχαιολογικά ευρήματα, από την αρχαιότητα ως σήμερα. Η γεωγραφική σημασία του νησιού ενισχύεται ιδιαίτερα κατά το Μεσαίωνα, όταν η Κύπρος γίνεται διπλωματική και στρατιωτική βάση το 12ο αιώνα, ενώ ταξιδιώτες και προσκυνητές σταματούν εδώ καθοδόν για τους Αγίους Τόπους. Οι πορτολάνοι κι οι ναυτικοί οδηγοί του 13ου και 14ου αιώνα μας πληροφορούν για την εμπορική κινητικότητα των κυπριακών λιμανιών, ενώ τα νοταριακά έγγραφα μας αποκαλύπτουν τις σχέσεις μεταξύ των εμπόρων και της κοινότητας των ναυτικών. Η ενσωμάτωση του νησιού στο ενετικό κράτος το 1489 ενίσχυσε το ρόλο του τόσο ως ναυτική βάση κι εμπορικό κέντρο των Ενετών στην ανατολική Μεσόγειο. Εντούτοις, οι πληροφορίες που έχουμε για την κοινότητα των ναυτικών στην Κύπρο παραμένουν λιγοστές.

Η ξυλοναυπηγική παράδοση του νησιού φαίνεται να αποκτά πιο ξεκάθαρη μορφή κατά την Οθωμανική περίοδο. Η Κύπρος ήταν μια από τις περιοχές όπου οι Οθωμανοί διατήρησαν τα βυζαντινά ναυπηγεία που προϋπήρχαν, αν και αυτά λειτούργησαν στο νησί μόνο μετά τη Συνθήκη του Πασάροβιτς το 1718. Οι ευνοϊκές συνθήκες που δημιουργήθηκαν λόγω της συνθήκης επέτρεψαν την ανάπτυξη της ξυλοναυπηγικής στο Αιγαίο: δημιουργήθηκαν περισσότεροι τύποι σκαφών (π.χ. το τρεχαντήρι στην Ύδρα το 1657), και οι τεχνικές σχεδιασμού σκαφών εξελίχθηκαν μαζί με την αυξημένη παραγωγή τους. Η συνεχής ροή γνώσης, ικανοτήτων κι εξειδίκευσης παρατηρείται σε όλο το Αιγαίο από τον 16ο αιώνα και εξής.

Παρόλο που οι λεπτομερείς πληροφορίες απουσιάζουν, μπορούμε να εντοπίσουμε την παραδοσιακή ξυλοναυπηγική στη Λεμεσό ήδη από το 17ο αιώνα. Τότε, οι Οθωμανοί διέθεταν ένα οχυρωμένο ναυπηγείο κατά τα πρότυπα αυτού της Κωνσταντινούπολης. Η ξυλοναυπηγική συνέχισε να αναπτύσσεται κατά την Αποικιοκρατία (1878-1959), παρόλο που υπήρχε τρομερή έλλειψη λιμανιών κατά τα μεταβατικά χρόνια από την Οθωμανική περίοδο. Υπήρχαν μόνο τρία ασφαλή αγκυροβόλια στη Λεμεσό, Λάρνακα και στην Αμμόχωστο  η Λεμεσός ειδικά, διέθετε ξύλινες αποβάθρες κατά μήκος της ακτογραμμής και τα πλοία έπρεπε να ξεφορτώνουν το φορτίο τους με τη χρήση μαούνων. Αυτή η κατάσταση παρεμπόδιζε το θαλάσσιο εμπόριο, κι έτσι οι Βρετανοί πραγματοποίησαν μια σειρά λιμενικών έργων που ήταν αυτοχρηματοδοτούμενα από την ίδια την αποικία.

Τα κυπριακά αγκυροβόλια ήταν μόνο εξοπλισμένα με ξύλινες αποβάθρες μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, και η πλειοψηφία των σκαφών που ελλιμενίζονταν εκεί ήταν ψαρόβαρκες. Ο Βρετανός προξενικός πράκτορας Brunoni έγραψε στην αναφορά του προς το νέο Ύπατο στη Λάρνακα το 1843, ότι το μόνο και κάπως λειτουργικό λιμάνι βρισκόταν στην Αμμόχωστο, επισημαίνοντας παράλληλα και την ύπαρξη 36 μολωμένων αγκυροβολιών στο νησί. Αυτές οι συνθήκες επέτρεπαν μόνο τη χρήση ξύλινων σκαφών, κάτι που επιβεβαιώνεται μέσα από τα στοιχεία των Κυανών Βίβλων. Το 1887-88, μόλις δέκα χρόνια μετά την κάθοδο των Βρετανών στο νησί, η Κυανή Βίβλος καταγράφει 327 κυπριακά ιστιοφόρα να έχουν ελλιμενιστεί σε διάφορα αγκυροβόλια και λιμάνια, συνολικής χωρητικότητας 9027 τόνων και μέσο όρο για πλήρωμα ανά σκάφος τα τέσσερα άτομα. Τη χρονιά αυτή καταγράφηκαν δεκαπέντε βάρκες στη Λεμεσό που ενοικιάστηκαν για αλιευτικούς σκοπούς, και πιθανότατα ναυπηγήθηκαν εκεί. Τα διαθέσιμα δεδομένα από τις Κυανές Βίβλους (1887-1938) δείχνουν ότι οι Κύπριοι είχαν μόνο ξύλινα σκάφη που ενοικίαζαν συχνά στους Βρετανούς. Παρατηρείται ένα μικρό κενό στα δεδομένα κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (1939-1945), και η Κυανή Βίβλος του 1946 καταγράφει για πρώτη φορά τέσσερα κυπριακά ατμόπλοια να χρησιμοποιούνται παράλληλα με τα ιστιοφόρα σκάφη. Τα ιστορικά δεδομένα δείχνουν ότι οι Κύπριοι έπρεπε να διεκπεραιώσουν όλες τους τις θαλάσσιες μεταφορές, εμπόριο και αλιεία χρησιμοποιώντας ξύλινα σκάφη. Επομένως, είναι λογικό να υποθέσει κάποιος ότι οι ξυλοναυπηγοί δραστηριοποιούνταν τουλάχιστο από τον πρώιμο 19ο αιώνα.

Ενδεικτική βιβλιογραφία

  1. Arbel, B. 1995. Η Κύπρος υπό ενετική κυριαρχία, στο Θ. Παπαδόπουλλος (επιμ.), Ιστορία της Κύπρου. Μεσαιωνικόν Βασίλειον – Ενετοκρατία Ι: 445-536. Λευκωσία: Ίδρυμα Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄- Γραφείον Κυπριακής Ιστορίας.
  2. Baker, S. 1879. Cyprus as I saw it in 1879. London: Macmillan.
  3. Μπεκιάρογλου, Αικ. 1994. Οθωμανικά Ναυπηγεία στον Παραδοσιακό Ελληνικό Χώρο. Αθήνα: Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ.
  4. Colonial Office. 1888. Cyprus Blue Book for the Year 1887-1888. Nicosia: Government Printing Office.
  5. Colonial Office. 1948. The Cyprus Blue Book 1946. Nicosia: Government Printing Office.
  6. de Lusignan, E. [1580] 2004. Description de toute l’isle de Cypre (Paris, 1580; επανεκτ. Λευκωσία: Πολιτιστικό Ίδρυμα Τραπέζης Κύπρου, 2004).
  7. Jacoby, D. 1995. Το εμπόριο κι η οικονομία της Κύπρου (1191-1489), στο Θ. Παπαδόπουλλος (επιμ.), Ιστορία της Κύπρου. Μεσαιωνικόν Βασίλειον – Ενετοκρατία Ι: 387-454. Λευκωσία: Ίδρυμα Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄- Γραφείον Κυπριακής Ιστορίας.
  8. Luke, H. C. 1921. Cyprus Under the Turks, 1571-1878: A Record Based onthe Archives of the English Consulate in Cyprus under the Levant Company and after. London: Oxford University Press.
  9. Maier, F. G. and V. Karageorghis (eds). 1984. Paphos History and Archaeology. Nicosia: A. G. Leventis Foundation.
  10. Panayiotou, M., 2013. Harbours, harbour works and commerce in Cyprus, 1878-1910, in M. Tsianikas, N. Maadad, G. Couvalis and M. Palaktsoglou (eds.), Greek Research in Australia: Proceedings of the Biennial International Conference of Greek Studies, Flinders University June 2011: 94–106. Adelaide: Flinders University.
  11. Παναγιώτου, M., 2016. Λιμάνια, Λιμενικά Έργα και Εξωτερικό Εμπόριο στην Κύπρο,1878-1927. Unpublished PhD dissertation, University of Cyprus.
  12. Παναγιώτου, M., 2017. «Πορτ ιν Λίμασσολ άι χαβ νοτ. Γιού μαστ γκο ττου Πισκοπή»: Οι λιμενικές υπηρεσίες της Λεμεσού το 1908 και το αντίστοιχο ποίημα του Βασίλη Μιχαηλίδη, Η Δέλτος 1: 33-38. Σάθας, Κ. 1962. Τουρκοκρατούμενη Ελλάς (1453-1821). Αθήνα: Κ. Καμαρινόπουλος – Θ. Γυφτάκης.

Συγγραφέας: Μαρία Κτωρή

Εικόνα: Παττίχειο Ιστορικό Αρχείο και Δημοτικό Μουσείο Λεμεσού