Βασίλης Σιακαλλής: ένας παραδοσιακός ξυλοναυπηγός από τη Μόρφου

Η ακόλουθη ομιλία δόθηκε στις 12 Νοεμβρίου 2018 από τον κ. Κυριάκο Κοφτερό, στα πλαίσια της φωτογραφικής έκθεσης ”Η παραδοσιακή ξυλοναυπηγική στην Κύπρο”.


Αξιότιμη κυρία Φαχούρη, εκ του Κινήματος Οικολόγων-Συνεργασία Πολιτών,

Αξιότιμη υφυπουργέ ναυτιλίας, κυρία Πηλείδου,

Αξιότιμοι δημοτικοί σύμβουλοι,

Αξιότιμε κύριε Αντωνίου, πρόεδρε Τουριστικής Ανάπτυξης Λεμεσού,

Εκλεκτοί προσκεκλημένοι,

Κυρίες και κύριοι,

 

Ο κόλπος της Μόρφου και η θάλασσα του Καραβοστασιού, για πολλούς από μας είναι ο τόπος που είδαμε για πρώτη φορά θάλασσα και πλοία. Και είναι χαρά να μιλάμε για την θάλασσα μας απόψε, έστω και από μιά άλλη πόλη.

Στα χρόνια μέχρι το 1974, στο Καραβοστάσι είχε το καρνάγιο του ο ναυπηγοξυλουργός Βασίλης Σιακαλλής. Καταγόταν από τη Μόρφου, γιος του Χρίστου Σιακαλλή και της Ελένης Χοιροδοντή. Γεννήθηκε το 1922 και οι γραμματικές του γνώσεις ήταν μέχρι το δημοτικό σχολείο, όπως όλοι σχεδόν οι τεχνίτες της εποχής. Από μικρός έδειξε κλίση στην ξυλουργική και εξελίχθηκε σε ναυπηγοξυλουργό. Την τέχνη, την έμαθε αρχικά στην Λάρνακα με ψαρόβαρκες. Στην συνέχεια εργάστηκε σε νησιά του Αιγαίου, στην Σάμο, Χίο, και άλλα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, συνολικά σε επτά νησιά, όπως έλεγε. Στα καρνάγια του ανατολικού Αιγαίου μπορούμε να συμπεράνουμε ότι τελειοποίησε την τέχνη του αλλά από την τέχνη του θα έμαθαν και οι τοπικοί τεχνίτες, αν κρίνουμε από την μετέπειτα σταδιοδρομία του, που έδειχνε άνθρωπο με ξεχωριστό ταλέντο. Η Σάμος, ένα από τα νησιά όπου εργάστηκε, είναι ιδιαίτερα γνωστή για την ναυπηγική ξυλεία της με πεύκα, και μακρά ιστορία στην ναυπηγοξυλουργική. Το αρχαίο καράβι της Κερύνειας ήταν από πεύκο της Σάμου. Γενικότερα οι ναυπηγοξυλουργοί της Κύπρου είχαν άμεση σχέση με τους συναδέλφους τους του ανατολικού Αιγαίου και των απέναντι ακτών της Μικράς Ασίας και μερικοί είχαν καταγωγή από εκεί. Γύρω στα 1946-47 γινόταν η κατασκευή δύο ξύλινων πλοιαρίων στο Ξερό, στον χώρο κοντά στον αστυνομικό σταθμό∙ εκεί εργάστηκε και ο Βασίλης. Στη συνέχεια, εγκατέστησε το καρνάγιο του στο διπλανό Καραβοστάσι, σ’ ένα χώρο δίπλα στο δρόμο Πύργου-Λευκωσίας, κάτω από μεγάλους ευκαλύπτους.

Το Καραβοστάσι έχει ιστορία με καράβια και ναυτικούς, όπως λέει και το όνομα του. Υπάρχουν ίχνη αρχαίου λιμανιού – το λιμάνι της πόλης των Σόλων που άκμασε και στα Βυζαντινά χρόνια μέχρι την καταστροφή του από Σαρακινούς και ήταν κόμβος διακίνησης ανθρώπων και εμπορίου με τα παράλια της Μικράς Ασίας και μάλιστα με την Σμύρνη, με ιστιοφόρα πλοιάρια της εκάστοτε περιόδου. Η σημασία του μειώθηκε μετά την μικρασιατική καταστροφή οπότε και μειώθηκε η συγκοινωνία με τις απέναντι πόλεις, για να επανέλθει με την μεταλλευτική βιομηχανία σαν σταθμός φόρτωσης μεταλλεύματος απασχολώντας μεγάλο αριθμό εργαζομένων.

Ο Βασίλης εξυπηρετούσε τις ανάγκες των ψαράδων της περιοχής αλλά δεν έμενε μόνο στο Καραβοστάσι. Ψαράδες από διάφορα μέρη της Κύπρου τον καλούσαν επιτόπου, όπου χρειάζονταν νέες ψαρόβαρκες. Έτσι, εργάστηκε στην Βασίλεια, Λάπηθο, Κερύνεια, Αγιο Αμβρόσιο, Δαυλό, Αμμόχωστο, Μανσούρα, Πόλη Χρυσοχούς, Λεμεσό, ουσιαστικά σε όλες τις ακτές όπου δραστηριοποιούνταν ψαράδες. Μια από τις βάρκες του φαίνεται σε καρτ-ποστάλ του λιμενίσκου του Καραβά. Πελάτες του ήταν και μουσουλμάνοι.

Συνήθως δούλευε μόνος του και σπάνια με βοηθούς. Βοηθοί του ήταν οι ίδιοι οι ψαράδες που έδιναν την παραγγελία. Στο καρνάγιο του δεν είχε ηλεκτρικά μηχανήματα. Έκανε σχεδόν τα πάντα στο χέρι. Με σκεπάρνι, σκαρπέλο, πριόνι, τρυπάνι και ροκάνι. Ήταν ταχύς και επιδέξιος και τον ενθουσίαζε η τέχνη του. Μπορούσε να δουλεύει ταυτόχρονα και με τα δύο του χέρια. Εργαζόταν με το μάτι, χωρίς σχέδια.

Ο γυμναστής Παλλάδιος Νικολάου από το Καραβοστάσι συνδέθηκε στενά με τον Σιακαλλή και η φιλία τους κράτησε ως το τέλος. Το 1970 πραγματοποίησε ένα παλιό του όνειρο, να αποκτήσει δικό του σκάφος και με τον αδελφό του Θησέα Νικολάου Ζερβό και τον Ανδρέα Γεωργιάδη αποτάθηκαν στον μαστρε-Βασίλη. Η παραγγελία ήταν για πλοιάριο μήκους 50 ποδών (≈17 μέτρα) με κατάστρωμα, μοντέλο καραβόσκαρο. Το καραβόσκαρο είναι ένα από τα γνωστά μοντέλα της παραδοσιακής ναυτιλίας, με ελλειψοειδή πρύμνη. Για τον σκελετό (τρόπιδα/καρένα και νομείς/σκαρμοί) χρησιμοποίησαν ξύλο συκαμινιάς που θεωρείται από τα καλύτερα σαν ναυπηγική ύλη. Για το περίβλημα/πέτσωμα χρησιμοποίησαν ξυλεία από πεύκα της περιοχής Αγιάς του Δάσους Πάφου και την επιλογή των κατάλληλων πεύκων προς εκκοπή είχε ο ίδιος ο ευφυής τεχνίτης, με κριτήριο την καταλληλότητα τους σε ευθείες και καμπύλες.

Η ξυλεία διαμορφώθηκε σε μαδέρια στην ξυλοσχιστική μηχανή (εργοστάσιο πρώτης επεξεργασίας κορμών δέντρων) του Σαββάκη Γεωργίου στον Κάμπο. Για την κατασκευή ο Βασίλης εργάστηκε μόνος επί 3 χρόνια. Την κινητήρια μηχανή εγκατέστησε ο Μανώλης Κρανιδιώτης. Το σκάφος ονομάστηκε Αργώ και μέχρι την εισβολή έτυχε εκμετάλλευσης σαν τουριστικό ακτοπλοϊκό με βάση την Αμμόχωστο, εκτελώντας τον γύρο της Κύπρο με σταθμούς, κάτι πρωτοποριακό που έμελλε να διακοπεί άδοξα με την τουρκική εισβολή. Ο όλος πλούς είχε διάρκεια μια εβδομάδα με κυβερνήτη τον καπετάν Σολωμή από την Ορμήδεια κι ένα ναύτη.

Είχε καλή γνώση των ακτών της περιοχής Ξερού-Λιμνίτη και το 1964 βοήθησε στην προσπάθεια για άμυνα σε περίπτωση τουρκικής εισβολής.  Ήξερε τον Άντη Φιλήτα, επίσης από τη Μόρφου, πολίτη εθελοντή της ακταιωρού «Φαέθων» της Ναυτικής Διοίκησης, κι είχε μόλις επιστρέψει από επισκευές στο σκάφος πριν της επιτεθούν τα τουρκικά αεροπλάνα το απόγευμα της 8ης Αυγούστου 1964.

Ψάρευε με καλάμι και χαιρόταν το κρασί του στην παραλία. Λίγο χάρηκε στη ζωή του. Έχασε την μικρή του κόρη σε ηλικία 10 χρονών. Η σύζυγος του Τερψιχόρη Χριστοδούλου ήταν από τον Κάμπο. Ηταν πρακτικός φιλόσοφος, άνθρωπος με δική του προσωπικότητα και πολλή ανθρωπιά. Κάποτε όταν ξέσπασε πυρκαγιά στον φούρνο Τσουλούπα στο Καραβοστάσι ήταν ο μόνος που μπήκε μέσα στις φλόγες.

Το 1974 με την τουρκική εισβολή κατέφυγε στο χωριό της γυναίκας του στον Κάμπο. Άφησε πίσω το μικρό του καρνάγιο και τα εργαλεία του. Επαναδραστηριοποιήθηκε το 1975 με σκάφος που του παρήγγειλαν οι πιο πάνω τρείς φίλοι του, στην Λευκωσία, δίπλα στην ξυλοσχιστική μηχανή του Ηλία Λοΐζου από τον Κάμπο με τον οποίο συνεργάστηκαν στην κοπή των κατασκευαστικών μελών. Ηταν το Αργώ ΙΙ, δίδυμο σκάφος του Αργώ Ι που χάθηκε στην εισβολή. Το Αργώ ΙΙ δραστηριοποιήθηκε σαν αλιευτικό-ξιφιάδικο στην Πάφο και αργότερα σαν ακτοπλοϊκό επιβατηγό στην Λεμεσό. Είχε κατασκευάσει και πλοιάριο με κατάστρωμα στον Κάμπο. Εργάστηκε και λίγο στην Λεμεσό και απεβίωσε στο 1983. Με το άνοιγμα των οδοφραγμάτων το 2003, το Αργώ Ι εντοπίστηκε στο λιμανάκι της Κερύνειας. Βάρκες της τεχνοτροπίας του επίσης θεάθηκαν στο λιμανάκι.

Πρέπει να αναφερθεί ότι η ξυλεία για την κατασκευή ξύλινων σκαφών και πλοιαρίων στην Κύπρο προερχόταν συνήθως από τα δάση γύρω από τον Κάμπο, από Καμπίτες υλοτόμους. Από τα πεύκα του Κάμπου κατασκευάστηκε και το Κερύνεια-Ελευθερία στις γραμμές του ναυαγίου της Κερύνειας, από τον Χαράλαμπο Αυγουστή και τους γιους του. Στον Κάμπο λειτουργεί τώρα Δασικό Μουσείο με εργαλεία των υλοτόμων του δάσους και μηχανήματα που διασώθηκαν από τις περίφημες ξυλοσχιστικές μηχανές.

Μιλώντας απόψε για τον Βασίλη Σιακαλλή, δεν μπορεί παρά να θυμηθούμε τους συναδέλφους του. Εδώ στην Λεμεσό, στην Αμμόχωστο, την Λάρνακα και την Πάφο. Αυγουστήδες, Παρπούρ, Ηράκλης, Κόκος Παντελή, Πάτροκλος, Σκεπαρνίδης, Χαλκίτης, ο επισκευαστής Μπίλλης και άλλοι που πρέπει πλέον να καταγραφούν επιστημονικά. Μακάρι το πολυαναμενόμενο ναυτικό μουσείο να ιδρυθεί κάποτε και να περιλάβει το έργο τους. Και μακάρι να διασωθούν σκάφη τους∙ ήδη διασώσαμε μερικά εκεί κι εδώ. Τελευταία, με Ευρωπαϊκή Οδηγία, σκάφη διαμάντια διαλύονται για επιχορήγηση αγοράς νέων, πλαστικών πιά. Και όμως τα ξύλινα σκάφη μπορεί να συνεχίσουν να κατασκευάζονται, αν ενισχυθούν οι παραδοσιακοί τεχνίτες. Βοηθώντας τους, βοηθούμε τον τόπο και την παράδοσή μας.

Μιλώντας για τον Μορφίτη Σιακαλλή η θύμηση πάει στις παραλίες του Μόρφου. Το αρχαίο λιμάνι στο Καραβοστάσι και το αγκυροβόλιο του Ξερού. Το Τελωνείο. Τους ψαράδες. Τους δύτες. Την ζωντάνια της περιοχής με την αναπτυμένη γεωργία και την βιομηχανία των μεταλλείων. Την αποβάθρα που πάει πια να καταρρεύσει και σήμερα θα είχε γίνει στολίδι της περιοχής, όπως εδώ στη Λεμεσό. Τις τούπες και τα βαποράκια της Εταιρείας. Τα λεωφορεία της ΚΕΜ και τα «μπάνια» στου Σιάχουρου, του Γιαννή και του Χαμπή με το τζούκμποξ.

Για τη ζωή του Βασίλη μας έδωσαν στοιχεία η σύζυγος του Τερψιχόρη, η κόρη του Ελλη, ο γυμναστής Παλλάδιος Νικολάου από το Καραβοστάσι και ο ναυπηγοξυλουργός Νίκος Μπίλλης από την Αμμόχωστο στο καρνάγιο Λεμεσού. Στην σταδιοδρομία του, προς το τέλος υπολόγιζε ότι είχε ναυπηγήσει γύρω στα 300 σκάφη, κυρίως βάρκες. Οι ψαράδες και οι καραβομαραγκοί της Κύπρου θυμούνται τον Βασίλη, τον ωραίο χαρακτήρα του και την τέχνη του. Οι αθάνατες βάρκες του ακόμα υπάρχουν σε αλιευτικά καταφύγια της Κύπρου. Αν κάποτε γραφτεί ένα βιβλίο για την ναυπηγοξυλουργική στην Κύπρο, ο Βάσος Σιακαλλής πρέπει να περιληφθεί σαν ένας από τους εκλεκτότερους. Σαν άνθρωπος ελεύθερος και ανεξάρτητος και σαν τρόπος ζωής θα μπορούσε να ήταν πρόσωπο σε διήγημα του Παπαδιαμάντη με βασανισμένες μορφές των ελληνικών ακτών, πλοιάρια και ταρσανάδες. Εκεί στην παραλία στο Καραβοστάσι σίγουρα θα είδε ένα «Ονειρο στο Κύμα». Ή θα μπορούσε να ήταν ο κατασκευαστής της Υπηρέτρας, της οποίας η τεχνολογία θα ήταν η ίδια που ήξερε κι ο ίδιος.

Αιωνία του η μνήμη. Αιωνία η μνήμη όλων των ναυπηγοξυλουργών που δεν είναι πια μαζί μας.

 

Κυριάκος Κοφτερός,

Πτυχιούχος Ναυπηγός